NEW_ELEMENTS_18_LYK-IB2.png
NEW_ELEMENTS_18_GCE-BTEC2.png

ΕΙΜΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ...

Intranet

L.M.S.

ΒΤΕC
Our_Story.jpg

STAY CONNECTΕD

  • Facebook - Grey Circle

Facebook                    Twitter

Like                               Follow

  • Twitter - Grey Circle
  • Instagram - Grey Circle

Instagram                   Youtube

Follow                          Subscribe

  • YouTube - Grey Circle

NEWSLETTER

ΣΑΕΔ
ΑΣΕΔ

Πολιτική Ενημέρωσης

για την προστασία

προσωπικών δεδομένων

Δαΐς
Εκπαιδευτήρια Δούκα στη Βικιπαίδεια

Copyright © 2017, Design  by Doukas School, Powered by Vassilis Economou

Η συναισθηματική νοημοσύνη στην εκπαίδευση

 

 

 

*Πρώτη δημοσίευση του άρθρου στο περιοδικό "Νέος Παιδαγωγός" online, 15o τεύχος, Νοέμβριος 2019

Περίληψη 

Κάθε άτομο αποτελεί µία δυναμική οργάνωση όπου τα διάφορα μέρη βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Τα συναισθήματα του ατόμου είναι εκείνες οι ιδιαίτερες ψυχοφυσικές δομές που χαρακτηρίζονται από γνωστική αποκωδικοποίηση ενός ερεθίσματος και από µία ώθηση για δράση ως απάντηση στο ίδιο το ερέθισμα. Τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν να προσδιορίζουν, να διαχειρίζονται και να προσαρμόζουν τον εσωτερικό τους συναισθηματικό κόσμο τους ούτως ώστε να αναπτύσσουν επαρκή επίπεδα αυτονομίας και αυτοεκτίμησης. Η καλλιέργεια της συναισθηματικής νοημοσύνης των μαθητών αποτελεί βασική παράμετρο για την αποτελεσματική μάθηση και την ψυχο-συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Ο εκπαιδευτικός είναι ο βασικός παράγων, ο οποίος γίνεται αρωγός σε αυτή τη διαδικασία. Αξιοποιώντας την ενσυναίσθηση, μπορεί να διαχειρίζεται τις διαπροσωπικές σχέσεις στην τάξη, μεταξύ αυτού και των μαθητών, καθώς και των τελευταίων μεταξύ τους.  



Συναισθηματική νοημοσύνη και εκπαίδευση 

Με τη θεωρία για τις Πολλαπλές Νοημοσύνες (Gardner, 1983), ξεκίνησε η μελέτη για την αξιοποίηση της Συναισθηματικής Νοημοσύνης στην εκπαίδευση. Η ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης εξυπηρετεί τη μάθηση και τους στόχους της. Σύμφωνα με τον Goleman (1996), αυτού του είδους η διδασκαλία ονομάζεται «εκπαίδευση των συναισθημάτων». Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο για να αντιμετωπίζουμε τον εαυτό µας και τους άλλους. Με αυτόν τον τρόπο βιώνουμε συναισθήματα σύμφωνα µε τα οποία γνωρίζουμε ποιοι είμαστε. Αν το μυαλό συντονίζεται µε τα συναισθήματα, δημιουργείται ένας εσωτερικός χώρος στο παιδί, στον οποίο μεταβολίζονται και οι πιο επώδυνες και αντικρουόμενες εμπειρίες. Αυτές μετατρέπονται σε δεξαμενές για την ανάπτυξη τους.  


Μέσα στην τάξη, ο συναισθηματικός αλφαβητισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για επεξεργασία δυσεπίλυτων, για τη μείωση των εντάσεων, την συγκράτηση επιθετικών και προκλητικών συμπεριφορών, την βελτίωση των σχέσεων εκπαιδευτικών-μαθητών, και την ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας, εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης. 


Οι δεξιότητες διαχωρίζονται σε προσωπικές και κοινωνικές σύμφωνα με τον Goleman. Η προσωπική συναισθηματική νοημοσύνη περιλαμβάνει επίγνωση του εαυτού µας, η οποία µας οδηγεί να νοηματοδοτήσουμε τα συναισθήματά µας, κυρίως τα αρνητικά,  και να κατανοήσουμε τις συνθήκες και τις αιτίες που τα υποκινούν. Η γνώση των συναισθημάτων µας είναι η βασική προϋπόθεση για να προσεγγίσουμε τα συναισθήματα του άλλου. Η ικανότητα να ερμηνεύουμε την ψυχική κατάσταση των άλλων εξαρτάται από την δική µας ικανότητα να διαχειριζόμαστε τις δικές µας συναισθηματικές καταστάσεις. 

Η κοινωνική-συναισθηµατική νοημοσύνη που αναπτύσσει το παιδί αποτελείται από εκείνα τα χαρακτηριστικά που µας επιτρέπουν να σχετιζόμαστε θετικά µε τους άλλους, κατά τη διάρκεια μίας δημιουργικής αλληλεπίδρασης. 


Η συναισθηματική νοημοσύνη περιλαμβάνει την ικανότητα να: 

• Κινητοποιούμε τους εαυτούς µας και να συνεχίζουμε να επιδιώκουμε ένα στόχο παρά τις απογοητεύσεις.
• Να ελέγχουμε τους συναισθηματικούς παλιούς χωρίς να τους καταστέλλουμε και χωρίς να παρασυρόμαστε, μαθαίνοντας να αναβάλουμε την ικανοποίηση.
• Να διαμορφώνουμε τις προσωπικές µας διαθέσεις αποφεύγοντας να µας εμποδίζουν οι δυσκολίες να σκεφτούμε. Είναι, επομένως, η ικανότητα να αναπτύσσουμε την νοητική απόδοση και την κατανόηση της πραγματικότητας.
• Να είμαστε ικανοί να κινητοποιούμαστε σφαιρικά, µε τη λογική και το συναίσθημά, για να πετύχουμε στόχους ανάπτυξης και εκπαίδευσης. 


«Το να εκπαιδεύουμε ως προς τα συναισθήματα» σημαίνει να προσφέρουμε σε ένα παιδί τις απαραίτητες ευκαιρίες για να μάθει να προσδιορίζει, να διαχειρίζεται και να διαμορφώνει τον εσωτερικό του κόσμο, αποτελούμενο από αισθήσεις και συναισθήματα. (Goleman, 1997). 

Εξαιτίας της νευροπλαστικότητας του ανθρώπινου εγκέφαλου, οι εκπαιδευτικές αλληλεπιδράσεις αναπτύσσουν µία διαμορφωτική δράση του εγκεφάλου κατά την  αναπτυξιακή ηλικία. Για τον λόγο αυτό, ο τρόπος µε τον οποίο κάποιος έρχεται σε επαφή µε ένα παιδί κατά τα πρώτα έτη της ζωής του αποκτά μεγάλη σπουδαιότητα.
 
Ο τρόπος µε τον οποίο επικοινωνούμε µε τα παιδιά είναι ιδιαίτερα σημαντικός, και μάλιστα, περισσότερο από το ίδιο το περιεχόμενο. Πιο ισχυρή είναι η ίδια η συμπεριφορά των εκπαιδευτικών σε αυτό που κάνουν και σε αυτό που είναι, παρά αυτό που σκέφτονται ή που λένε.  

Το ενδιαφέρον ή η άρνηση των μαθητών για σχολική πειθαρχία σχετίζονται µε την εκτίμηση ή την απόρριψη των μεθόδων και της στάσης του διδάσκοντος. 

Η ενσυναίσθηση 

Ένα βασικό γνώρισμα της πλευράς της συναισθηματικής νοημοσύνης είναι η ενσυναίσθηση, δηλαδή η ικανότητα να αναγνωρίζουνε τα συναισθήματα των άλλων, να θέσουμε τον εαυτό μας στη θέση τους, να κατανοήσουμε τις απόψεις τους, τα ενδιαφέροντα και τις εσωτερικές τους δυσκολίες, διατηρώντας ωστόσο την επίγνωση της δικής του ετερότητας σε σχέση µε τις δικές µας απόψεις. 

 Σύμφωνα με τον Goleman (2009) η ενσυναίσθηση αποτελεί το κοινωνικό μας ραντάρ, που διαβαθμίζεται σε τρία επίπεδα:
1. στο πρώτο, το άτομο μπορεί και ‘διαβάζει’ τα συναισθήματα των άλλων,
2. στο δεύτερο επίπεδο το άτομο μπορεί και αισθάνεται και αντιδρά στα συναισθήματα ή σε μη ρητούς προβληματισμούς των άλλων,
3. ενώ στο υψηλότερο επίπεδο η ενσυναίσθηση συνδέεται με την έννοια της κατανόησης των προβληματισμών και των ανησυχιών που υπάρχουν πίσω από τα συναισθήματα κάποιου.

Η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης από την πλευρά του εκπαιδευτικού είναι η ενεργή ακρόαση. Μία επιτυχημένη επικοινωνία δεν μπορεί να είναι μονομερής. Όποιος ακούει, πρέπει να είναι διαθέσιμος και να ενδιαφέρεται για το άλλο άτομο. Μόνο τότε, η ακρόαση γίνεται ενεργή και συμμετοχική, καθώς περιλαμβάνει µία συναισθηματική και γνωστική εμπλοκή

 

 

Με την ενεργή ακρόαση, δημιουργείται ο χώρος για παρακολούθηση σε βάθος, ώστε να υπάρχει ένας αποτελεσματικός τρόπος συναισθηματικής υποστήριξης. Είναι η ικανότητα  

• να µην περιορίζεται κάποιος να συλλάβει εκείνο που είναι αμέσως ορατό και προφανές
• να τολμάει να το υπερβεί, για να συλλάβει τα µη λεκτικά σήματα
• να μάθει να διαβάζει ανάμεσα στις γραμμές για να υποθέσει την παρουσία των πιο κρυμμένων συναισθηματικών ενδείξεων. 

Με τον τρόπο αυτό, δημιουργείται µία κατάσταση διαθεσιμότητας και ενσυναίσθησης, καθώς ο εκπαιδευτικός μαθαίνει να µην διαβάζει τον κόσμο µε τρόπο εγωκεντρικό, αλλά να παρέχει ένα συναισθηματικό άνοιγμα και διαθεσιμότητα επικοινωνίας. Δημιουργεί µία σχέσης ενσυναίσθησης έτσι ώστε να έρθει σε επαφή µε τις πιο αυθεντικές και δημιουργικές πλευρές του μαθητή, δηλαδή µε τον αληθινό εαυτό του. 

Το ζητούμενο είναι ο εκπαιδευτικός να αξιοποιεί τον “γονικό ρόλο” έτσι ώστε να επιδείξει κυρίως µία λειτουργία καθρέφτη και συναισθηματικής κατανόησης, µε άλλα λόγια να είναι παρών και να εμπλέκεται κατά διαστήματα µε την ικανότητά του να καταλαβαίνει και να ακούει, ζώντας πάντα τις καταστάσεις ως ασυνήθιστες, διαφορετικές και χωρίς να τις έχει ακούσει ποτέ πριν.

Η δημιουργία σχέσεων εκπαιδευτικού-μαθητή αποτελεί πρωταρχικής σημασίας εκπαιδευτικό στόχο, γιατί μέσα στις σχέσεις το παιδί μαθαίνει να σκέφτεται, καθώς «τα συναισθήματα είναι οι αρχιτέκτονες, οι καθοδηγητές και οι εσωτερικοί οργανωτές του νου µας» (Brazelton B., Greenspan S., 2000).

Λόγω του ότι υπάρχει ασσυμετρία ρόλων ανάμεσα σε έναν ενήλικα και στο εκπαιδευόμενο άτομο, η διαχείριση των συναισθηματικών δυναμικών και των εμπειριών χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και έχει βαρύνουσα σημασία. Μια σωστή διαχείριση αυτών των πτυχών ευνοεί το καλωσόρισμα, νοούμενο ως: να αφήνουμε χώρο στην ελευθερία του άλλου, να δημιουργούμε ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα ένωσης , δηλαδή έναν αμοιβαίο δεσμό, ως σχεδιασμό για την εύνοια της πρωτότυπης δημιουργίας της υποκειμενικής και προσωπικής ταυτότητας του ατόμου που εκπαιδεύεται. Είναι σημαντικό οι εκπαιδευτικοί, µε τη σειρά τους, να νιώθουν «αποδεκτοί», για να είναι «ευπρόσδεκτοι». 

Ο Bruner υπογραμμίζει τον ρόλο των πολιτισμικών γνώσεων, και αναπόφευκτα των διαπροσωπικών αξιών, στην διανοητική ανάπτυξη. Δημιουργούνται έτσι συμβολικές ανταλλαγές σε πολλά επίπεδα, που περιλαμβάνουν ένα πλήθος πρωτοβουλιών στις οποίες εμπλέκονται οι συνομήλικοι, οι γονείς και οι καθηγητές. Δημιουργείται ένα εξελιγμένο σύστημα αλληλεπίδρασης, διαμέσου του οποίου το παιδί, στην πορεία της ανάπτυξης του, μπορεί να υποκύψει «στις πηγές, στα συμβολικά συστήματα και επίσης στην τεχνολογία του πολιτισμού» (Bruner J., 1999). 

 

Σκοπός της εκπαιδευτικής σχέσης 

Σκοπός της εκπαιδευτικής σχέσης θα πρέπει να είναι η έκφραση του πραγματικού εαυτού, η ευκαιρία να βιώσει το παιδί μια θετική συνάφεια. Για το λόγο αυτό, ο εκπαιδευτικός μπορεί να θέτει ερωτήσεις στον εαυτό του για το ποιος είναι, τι επιδιώκει από την εργασία του, εάν είναι ικανοποιημένος κ.ά. Με αυτήν τη μορφή ενδοσκόπησης, διευκολύνει την παρατήρηση του εσωτερικού του κόσμου και την σύγκριση µε τον μαθητή, αναπτύσσοντας διορατικές, καλοπροαίρετες και όχι διωκτικές μεθόδους.
 
Εκείνο που μετράει είναι μια στάση συναισθηματικού μοιράσματος της ανάγκης των μαθητών να αισθανθούν ορατοί, ότι υποστηρίζονται, ότι γίνονται κατανοητοί, στην ανάγκη και στη δυσκολία τους να εκφράζουν συναισθήματα. Κατά την προβληματική των αδιεξόδων, ο εκπαιδευτικός προσπαθεί να γίνεται κατανοητός και ταυτόχρονα να επαληθεύει την συναισθηματική απήχηση, με το να δημιουργεί εκείνες τις ευνοϊκές συνθήκες, ώστε ο μαθητής να μπορεί να «γίνεται κατανοητός» και να μαθαίνει µε τη σειρά του να εκφράζει συναισθήματα.  
Συμπέρασμα 

Η υγιής σχέση εκπαιδευτικού-μαθητή και μαθητών μεταξύ τους, καθώς και η αντιμετώπιση των συγκρούσεων, επιτυγχάνονται χωρίς κρίσεις και προσβολές, με αμοιβαία αποδοχή των προβλημάτων, με διάθεση υποστήριξης και ειλικρινούς ενδιαφέροντος για τη συναισθηματική υγεία του μαθητή και την αποδοχή της ταυτότητάς του. Οι δυσκολίες που παρουσιάζονται στην επικοινωνία ομάδας-τάξης μπορούν να ξεπερνιούνται όταν ο εκπαιδευτικός είναι σε θέση να διατηρήσει μια στάση ανοίγματος, ευελιξίας και κατανόησης ως προς τα λεκτικά και τα µη λεκτικά μηνύματα των μαθητών, µε σκοπό τη δημιουργία μιας αυθεντικής σχέσης επικοινωνίας, πλούσια σε συναισθηματικές εντάσεις.
 
Η βελτίωση του κλίματος της τάξης επιτυγχάνεται με τη θετική παρέμβαση στο εσωτερικό του συστήματος της τάξης. Η σωστή διαχείριση των σχέσεων είναι ένα  βασικό εργαλείο που ευνοεί τη μάθηση, καθώς λαμβάνει υπόψη τις προσωπικές και ομαδικές εμπειρίες, οι οποίες συνδέονται µε αυτή.  

Βιβλιογραφία 

Brazelton, T., & Greenspan, S. (2000). The irreducible needs of children. Cambridge, MA: Perseus Publishing  
Bruner J. (1999). The Culture of Education, Harvard University Press 
Gardner H. (1983). Frames of Mind: The Theory of Multiple Intelligences, Basic Books 
Goleman, (1996). Emotional Intelligence. Why It Can Matter More than IQ, Bantam Books 
Goleman, (1997). Emotional Intelligence New York : Bantam Books 
Goleman, (2009). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη στον χώρο εργασίας, Ελληνικά Γράμματα 
120

Share on Facebook
Share on Twitter
Please reload

Featured Posts